Πέμπτη, Ιανουάριος 26, 2012

Πέμπτη, Ιανουάριος 26, 2012



Η ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΥΕΠΙΠΕΔΗ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΑΠΕΙΛΕΙ ΝΑ ΣΥΜΠΑΡΑΣΥΡΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΧΩΡΑ



Τελείωσε, όπως τελείωσε λοιπόν και το Εθνικό Συμβούλιο του ΠΑΣΟΚ, που κλήθηκε να αποφανθεί για τα πλέον κρίσιμα προβλήματα που έχει μπροστά του το κόμμα αυτό, τα σημαντικότερα θα έλεγα από ιδρύσεως, μια και η κατάρρευση του στην συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας, το οδηγεί σχεδόν στο περιθώριο της πολιτικής ζωής.

Γιατί τι άλλο μπορεί να σημαίνει αυτό το 14,5% , ή ότι βρέθηκε στην 5η θέση των μετρήσεων, ή το πρόσφατο 11,1% ;

Και τι έγινε στο διήμερο των εργασιών του;

Ο πλήρης ευτελισμός των διαδικασιών, η επιβεβαίωση της βαθύτατης κρίσης, η αποκάλυψη των πραγματικών προθέσεων και επιδιώξεων των «κορυφαίων», και ιδιαίτερα εκείνων που τον τελευταίο καιρό εμφανίζονται με δηλώσεις τους, ως υποψήφιοι για την κατάληψη μιας θέσης που δεν είναι άδεια και που δεν πρόκειται να αδειάσει, όπως ο κοινός νους που βλέπει και διαβάζει, μπορεί να συμπεράνει.

Απαξίωση, γιατί η αυτοκριτική, η σκληρή , η αδυσώπητη, αλλά δίκαιη αυτοκριτική, απουσίασε στο διήμερο εκείνο, με κραυγαλέα την επιβεβαίωση της, στο πρόσωπο του Γ .Παπανδρέου.

Απαξίωση, γιατί ελάχιστα, διάσπαρτα και χωρίς συνοχή και σοβαρότητα ήταν όσα αναφέρθηκαν στην κατάρρευση της ιδεολογίας και της πολιτικής που διακήρυσσε το κόμμα αυτό, και ανύπαρκτος ο ελάχιστος έστω προβληματισμός γύρω από τα ερωτήματα που δυναστεύουν τους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ τα τελευταία δύο χρόνια.

Κλειστοφοβικοί, ασχολούμενοι με τον εαυτό τους και τα ερωτηματικά τους, ξέχασαν πως μια ολόκληρη κοινωνία προσέβλεπε στο διήμερο αυτό, είτε γιατί προσδοκούσε να ακούσει κάποιον λυτρωτικό λόγο, είτε γιατί περίμενε μια δημόσια ηχηρή και ειλικρινή συγνώμη.

Έχω την αίσθηση ότι αυτό που κυριαρχεί στους οπαδούς του τέως «κόμματος εξουσίας» , τις ημέρες αυτές είναι η οργή ,ένας απελπισμένος άγριος θυμός, που θα διαρκέσει και που η κατάληξη του μπορεί να είναι ακόμη και η μαζική ,πλήρης εγκατάλειψη και περιθωριοποίηση του πάλαι ποτέ ελπιδοφόρου κινήματος.

Όσο για την αναγνώριση λαθών, την αγωνιώδη αναζήτηση και κάποια εξήγηση του τι συνέβη και γιατί, την βαθύτερη αυτοκριτική και την συγνώμη, που περίμενε η ελληνική κοινωνία, όπως όλα δείχνουν, δεν θα την ακούσει ποτέ.

Επιβεβαιώθηκε το χάσμα που χωρίζει πλέον αυτό το κόμμα και τα στελέχη του από την ελληνική κοινωνία και την δραματική της κατάσταση.

Δεν είναι μόνο ο εξευτελισμός των περίφημων «δημοκρατικών διαδικασιών» στο εσωτερικό, στην λειτουργία δηλαδή του κόμματος, είναι κυρίως η στάση του Γ. Παπανδρέου, που από την δήλωση-δέσμευση δεν θα είναι ούτε υποψήφιος πρωθυπουργός, ούτε υποψήφιος πρόεδρος, έφτασε στην απίθανη μέχρι πολιτικής γελοιότητας πρόταση του για ανάδειξη του νέου Προέδρου του κόμματος μέσα στον Μάρτιο, με προσφυγή στην λαϊκή βάση, αρνούμενος πεισματικά να επιβεβαιώσει αυτό που μόλις προ ολίγων ημερών είχε δεσμευτεί, ότι δηλαδή δεν θα είναι ο ίδιος υποψήφιος.

Και όχι μόνο αρνήθηκε να απαντήσει στις έμμεσες προτροπές του Β. Βενιζέλου, και τις πιεστικές επίμονες και ξεκάθαρες προκλήσεις άλλων στελεχών, αλλά για να μην υπάρχει αμφιβολία των πραγματικών του προθέσεων, έβαλε τον άνθρωπό του, που παρ ολίγον να τον είχαμε τώρα πρωθυπουργό, να δηλώσει εκτός αίθουσας αλλά με σαφήνεια, ότι φυσικά και μπορεί να είναι και πάλι υποψήφιος ο πρώην πρωθυπουργός.

Και μόνο όταν ξέσπασε σχεδόν ένας εξευτελιστικός σάλος, μόνο τότε και πάλι με αμφίσημη δήλωση του εκπροσώπου του δήλωσε ότι δεν θα είναι υποψήφιος τον Μάρτιο…

Αλλά ας μην βιαστούμε να βγάλουμε και πάλι συμπεράσματα…

Έφυγαν λοιπόν οι «εθνοσύμβουλοι» του ΠΑΣΟΚ, ο καθένας για την περιφέρεια του, συναποκομίζοντας την βαριά αίσθηση, μάλλον την πεποίθηση, ότι το μοιραίο για το κόμμα αυτό επέρχεται αναπόφευκτα.

Η φθορά των συνειδήσεων σε σχέση με την ουσία των κομματικών διαδικασιών, επιβεβαιώθηκε φυσικά από την πρώτη στιγμή, από την στιγμή που ο Γ. Παπανδρέου ανακοίνωσε την πρότασή και το σχετικό χρονοδιάγραμμα για την εκλογή Προέδρου του ΠΑΣΟΚ και συνόδευσε την δήλωση εκείνη με την πρωτοφανή για δημοκρατικό κόμμα, που διατηρεί κάποια προσχήματα έστω, ότι δεν πρόκειται να δεχθεί οποιαδήποτε άλλη πρόταση η διαδικασία από αυτήν που ο ίδιος προτείνει.

Έσπευσαν, αμέσως να συνταχθούν μαζί του, ο Α. Λοβέρδος, ο Μ. Χρυσοχοίδης ,η Α. Διαμαντοπούλου, εκτός από τον Β. Βενιζέλο, εναντίον του οποίου στρεφόταν φυσικά όλο αυτό το εσωκομματικό παιχνίδι, που έστησε ο Γ. Παπανδρέου.

Και όχι μόνο συμφώνησαν, αλλά ο Χρυσοχοίδης επιβεβαιώνοντας τον χωρίς όρια λαϊκισμό του δήλωσε περίπου την επομένη πως η πρόταση του Γ. Παπανδρέου ήταν τίμια, ηθική και καθαρή…

Δεν αρκέστηκε μόνο σ αυτό. Ακολουθώντας μια αυτοκτονική και ταυτόχρονα αποκαλυπτική του χαρακτήρα του πολιτική προχώρησε στην πρωτοφανή δήλωση, ότι ψήφισε το Μνημόνιο χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο του!... Και η κατοπινή προσπάθεια του να επανορθώσει έκανε ακόμη χειρότερα τα πράγματα.

Ο δε Λοβέρδος για να μην αποκοπεί από την δυνατότητα συμμετοχής στην «κληρονομιά» των φίλων του Γ. Παπανδρέου, δήλωσε το απίστευτο, ότι «όποιος πειράξει τον Γ. Παπανδρέου θα γίνει μακελειό» !...

Το πιο εντυπωσιακό όμως σημείο της παρουσίας του στην τηλεόραση, ήταν η προσπάθεια του να εμφανιστεί πλέον ως εν δυνάμει…. αρχηγός μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο, με λέξεις και φράσεις του τύπου «υπόσχομαι», «θα κάνω το παν», και άλλα θλιβερά παρόμοια, που δείχνουν πως τα κορυφαία στελέχη του κόμματος αυτού, δεν αντιλήφθηκαν το παραμικρό και φυσικά δεν διδάχθηκαν τίποτε, από την δραματική περιπέτεια στην οποία έχει εμπλακεί η χώρα και η κοινωνία, και η πλήρης και χωρίς προηγούμενο κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ.

Υπάρχει περίπτωση να σταματήσουν όταν το κόμμα αυτό φύγει εντελώς από τον πίνακα των μετρήσεων, όταν δηλαδή φτάσει στο όριο εισόδου ή μη στην Βουλή;

Και την ίδια στιγμή αφήνουν την Ν.Δ. να «δίνει μάχες» και να θέτει «κόκκινες γραμμές» υπερασπιζόμενη μισθούς, δώρα, επικουρικές συντάξεις κλπ, όταν όλοι κατανοούμε πως τελικά θα υπογράψει τα πάντα.

Κάπως έτσι γελοιοποιούμενοι, εξευτελιζόμενοι και εκτός τόπου και χρόνου, πορεύονται οι υποψήφιοι πρόεδροι του ΠΑΣΟΚ,

Εν τούτοις είτε το επιδιώξει , είτε όχι η ηγεσία ,αυτή η μοιραία διετία της διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ, πιστεύω πως θα γίνεται αντικείμενο όχι μόνο ιδεολογικής και πολιτικής κριτικής , αλλά και μιας προσέγγισης πιο νηφάλιας, όταν θα επιχειρείται η αναγκαία πιστεύω σύνδεσή της με την επιβληθείσα πολιτική στην Ευρωζώνη από τις κυρίαρχες συντηρητικές δυνάμεις.

Γιατί αυτή η παράμετρος δεν μπορεί να αφαιρείται από το τραπέζι, αν θέλει κανείς να αξιολογήσει με αντικειμενικότητα τα έργα της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, την διετία 2010-2011.

Δεν αναφέρομαι πάντως ούτε στο Μνημόνιο, ούτε στην «σωτηρία» της χώρας από την χρεωκοπία, ούτε τα πρωτοφανή «οριζόντια» μέτρα που έπεσαν στα κεφάλια δικαίων και αδίκων.

Για όλα αυτά και για άλλα πολλά θα μπορεί νομίζω να παρουσιάζει δικαιολογίες και να ακούγονται μάλιστα και αληθινές, όταν ακόμη και σήμερα η πολιτική αυτή δεν φαίνεται να αλλάζει, και η τρικομματική κυβέρνηση συνεργασίας, την εφαρμόζει όπως και η τότε κυβέρνηση υπό την πίεση και τον εκβιασμό της τρόικας.

Και θα δεχθώ με σκεπτικισμό ακόμη και την αναφορά του Κ. Σημίτη στο «μοιραίο Μνημόνιο», ακριβώς επειδή ούτε ο χρόνος, ούτε τα περιθώρια επέτρεπαν να γίνει τότε κάτι το διαφορετικό.

Θα σταθώ όμως σε δύο πτυχές της όλης διετίας για τις οποίες πιστεύω πως δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει ποτέ αποδεκτή από την κοινωνία δικαιολογία.

Η δραματική καθυστέρηση στο να αντιληφθεί η κυβέρνηση τι συμβαίνει και κυρίως τι επέρχεται, όταν μάλιστα ο Γ. Παπανδρέου περιβαλλόταν από κορυφαίους οικονομολόγους και συμβούλους, αλλά λειτούργησε ως μια κλασσική ελληνική κυβέρνηση που θεώρησε ότι μετά την νίκη της στις εκλογές , έπρεπε να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις και τις υποσχέσεις της για παροχές και επιδόματα.

Κατασπατάλησε τότε τον χρόνο επιτρέποντας στις αγορές να αφηνιάσουν κυριολεκτικά και σε ελάχιστο χρόνο να πετάξουν την χώρα έξω από τις αγορές δανεισμού.

Και όταν επιτέλους και μετά από τις χωρίς μέλλον «διαπραγματεύσεις», αποδέχθηκε τους όρους «σωτηρίας» του τότε Μνημονίου, δεν είχε ούτε τότε την δυνατότητα να αντιληφθεί πως οι θεσμικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που της επέβαλλαν μέσω του Μνημονίου, όχι μόνο έπρεπε να εφαρμοστούν, αλλά το γρηγορότερο δυνατόν, και χωρίς συμβιβασμούς και γελοίες απόπειρες να ξεγελάσει τους κουτόφραγκους… γιατί εκεί ακριβώς βρισκόταν η μοναδική δυνατότητα που θα επέτρεπε στην χώρα να ανακτήσει το χαμένο έδαφος και να επιστρέψει στην ανάπτυξη.

Τα χρόνια κύλισαν μόνο με τις θυσίες του λαού, γιατί μόνο αυτές μπορούσαν να δώσουν μια άμεση και αποτελεσματική απάντηση στους αριθμούς και τα ποσοστά που ζητούσε η τρόικα.

Καθυστερήσεις, υστεροβουλίες, υπεκφυγές, προσωπικές στρατηγικές, αναποτελεσματικότητα, μακρόσυρτες συνεδριάσεις και συζητήσεις, ηρωικές υπερβολές χωρίς αντίκρισμα, και τέλος το όντως μοιραίο Δημοψήφισμα, οδήγησαν την χώρα στην πλήρη ανυποληψία.

Είναι βέβαιο πως αν οι ευρωπαίοι δεν φοβόταν τις αλυσιδωτές επιπτώσεις στο σύνολο της Ευρωζώνης και της ευρωπαϊκής οικονομίας θα είχαν προ πολλού εγκαταλείψει την χώρα στην άτακτη χρεωκοπία και την επιστροφή της στην δραχμή.

Και από αυτήν την ανυποληψία και την έλλειψη εμπιστοσύνης προς την πολιτική της τάξη, θα περάσουν πολλά χρόνια για να απαλλαγεί η χώρα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το μέλλον της.

Ακόμη και τώρα , ακόμη και χθες, η συμπεριφορά της πολιτικής ελίτ και κυρίως των κομμάτων εξουσίας, επέτρεψαν τις πρωτοφανείς για τις διεθνείς σχέσεις εξευτελιστικές και βαθύτατα προσβλητικές δηλώσεις του Ν .Σαρκοζί και του Ό .Ρεν.

Και για να γυρίσουμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε.

Ποια πολιτική λογική, ποια εθνική ανάγκη, ποια καταστατική δέσμευση, επέβαλε στον Γ. Παπανδρέου να προτείνει εκλογές τον Μάρτιο;

Τι θα συμβεί με την συμπεριφορά των υποψηφίων, όλο αυτό το διάστημα, όπως άλλωστε συμβαίνει ήδη, και δεν θα ευτελίζει ακόμη περισσότερο την λειτουργία αυτού του κόμματος και των κορυφαίων στελεχών του;

Πώς θα κατανέμουν τον χρόνο τους ανάμεσα στις δύσκολες υπουργικές υποχρεώσεις τους και τις απαιτήσεις και σκοπιμότητες της «προεκλογικής» τους πολιτικής;

Και τι θα προλάβουν να κάνουν στις ελάχιστες ημέρες που θα τους απομένουν μετά την ανάδειξη τους ως του νέου αρχηγού του ΠΑΣΟΚ και την ημερομηνία των εκλογών;

Ασφαλώς κανείς δεν αμφιβάλλει ότι η επιλογή αυτή του Γ. Παπανδρέου, δεν οδηγεί απλώς τον τότε πρόεδρο του Κόμματος ως πρόβατο επί σφαγή στις επερχόμενες εκλογές, αλλά του επιφυλάσσει και ταπεινωτική και εξευτελιστική ήττα, όχι μόνο κομματική, αλλά και προσωπική.

Και μήπως τότε, είτε μη υπάρχοντος υποψηφίου, είτε μετά από την οδυνηρή ήττα του, θα έρθει η στιγμή να «παρακληθεί» ο Γ. Παπανδρέου να «σώσει» το κόμμα από την γελοιοποίηση και την ήττα;

Υ.Γ.

Θα έπρεπε νομίζω να περιμένουμε παρενέργειες στην ενότητα και λειτουργία της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ, όπως αυτές που εμφανίστηκαν κατά τις ονομαστικές ψηφοφορίες σε επί μέρους άρθρα του Πολυνομοσχεδίου.

Και έδωσαν πιστεύω λαβή και δικαιολογία, για τις σημερινές πρωτοφανείς δηλώσεις και απόψεις σχετικά με την Ελλάδα, όχι μόνο στον διεθνή τύπο, αλλά και από σημαντικά πολιτικά πρόσωπα στην Ευρώπη.

Και για πρώτη φορά νομίζω, εμφανίζεται με τρόπο ορατό και πειστικό το ενδεχόμενο «εγκατάλειψης» των προσπαθειών για την διάσωση της χώρας…

Σάββατο, Ιανουάριος 14, 2012

Σάββατο, Ιανουάριος 14, 2012


Πολιτικά ή εθνικά αδιέξοδα;

Στις εκλογές που έρχονται ο δικομματισμός θα δώσει άλλη μια μάχη. Θα καταφέρει να επιβιώσει και πάλι;

Και στο υστερόγραφο:

Ο Γ. Παπανδρέου στήνει με την συμβολή και νέων συμμάχων νέα παγίδα στον Β. Βενιζέλο.



Νάμαστε και πάλι μπροστά στις ίδιες δυσκολίες και τα προβλήματα, άλλης βέβαια φάσης, αλλά πάντως υπό την πίεση του διλήμματος σωτηρία, ή χρεωκοπία.

Η ολοκλήρωση του κουρέματος των ομολόγων στα χέρια των ιδιωτών, η νέα δανειακή σύμβαση, και η ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων, με λίγα λόγια η εφαρμογή των αποφάσεων της 26ης Οκτωβρίου και η συνέπεια στις δεσμεύσεις μας, θα κρίνουν οριστικά την τύχη της χώρας, δηλαδή την παραμονή της στο ευρώ, ή την επιστροφή της στην δραχμή.

Κάτι που δεν είναι ασφαλώς δεδομένης εξέλιξης, μια και ήδη τα πρώτα σύννεφα στην διαδικασία συμφωνίας για το PSI,εμφανίστηκαν στις διαπραγματεύσεις και οι αγορές άρχισαν μια εφιαλτική επίθεση υποβαθμίσεων των ισχυρών χωρών της Ευρώπης, που επηρεάζουν ασφαλώς και την ελληνική πορεία.

Αυτήν την φορά όμως η διαχείριση όλων αυτών των πολύπλοκων, σύνθετων και με συνεχιζόμενο πολιτικό κόστος πράξεων, πραγματοποιείται από μια τρικομματική κυβέρνηση «εθνικής συνεργασίας», με ελάχιστη όμως συνοχή και τεράστια ενδογενή προβλήματα.

Το ένα κόμμα ο ΛΑΟΣ, αναζητεί προσχήματα για να αποχωρήσει, επειδή όπως γράφεται «ό,τι ήταν να εισπράξει» από την συμμετοχή του, το εισέπραξε και από εδώ και εμπρός φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με τον κόσμο των ψηφοφόρων του.

Το άλλο κόμμα , ένα από τα δύο μεγάλα «κόμματα εξουσίας» το ΠΑΣΟΚ, κινείται σε τροχιά εσωκομματικών διαδικασιών για την ανάδειξη Προέδρου και υποψήφιου πρωθυπουργού, με τους κορυφαίους υπουργούς της κυβέρνησης να περιλαμβάνονται μεταξύ των πρωταγωνιστών των κομματικών διεργασιών.

Και το τρίτο κόμμα, η Νέα Δημοκρατία, που μετέχει, όπως μετέχει, προβληματίζεται μόνιμα και αποκλειστικά, πως δεν θα συμμετάσχει σε αποφάσεις, που μπορεί να θεωρηθούν ότι ανατρέπουν την μέχρι προχθές ακόμη «αντιμνημονιακή» πολιτική της, χάρις στην οποία ελπίζει να δει πρωθυπουργό μιας αμιγούς νεοδημοκρατικής κυβέρνησης, ή έστω μιας κυβέρνησης συνεργασίας ,τον Αντώνη Σαμαρά.

Αυτός ο στόχος βρίσκεται πίσω και από την διαφαινόμενη τακτική των τελευταίων ημερών να συνεχίσει να ασκεί με μεγαλύτερη έμφαση τον ταυτόχρονο ρόλο συμμετοχής στην κυβέρνηση και άσκησης σκληρής αντιπολίτευσης, έστω και αν αυτή στοχεύει στην διετία της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ και των ενεργειών, δηλώσεων και πρωτοβουλιών στελεχών και βουλευτών του ΠΑΣΟΚ.

Η αίσθηση ότι ασκεί παράλληλα «αντιπολίτευση», κάτι που εξυπηρετεί την λαϊκιστική τακτική αυτού του κόμματος, παραμένει ισχυρή μέσα στην κοινωνία.

Μέσα σ αυτό το κουβάρι των μικροκομματικών λογισμών, ο Λουκάς Παπαδήμος χαράσσει την δική του «κόκκινη γραμμή», την σωτηρία της χώρας, όπως λέει και ελπίζει ότι το τέλος Μαρτίου θα βρει την Ελλάδα ακόμη μέσα στην Ευρωζώνη.

Αυτή η εικόνα του πολιτικού συστήματος είναι που καταφέρνει να θέτει σε αμφισβήτηση την κοινά παραδεδεγμένη αρχή, ότι στις δημοκρατίες δεν υπάρχουν αδιέξοδα, και πως η επερχόμενη εκλογική διαδικασία θα δώσει μια θετική διέξοδο στο δράμα που ζει εδώ και χρόνια η ελληνική κοινωνία .Γιατί πέραν των πολιτικών συνεπειών, υπάρχουν πάντοτε και οι προσδοκίες που συνοδεύουν τον σχηματισμό μιας νέας κυβέρνησης ,με προσδοκίες, ελπίδες, και εμπιστοσύνη, όροι απαραίτητοι για μια νέα κίνηση της κοινωνίας προς τα εμπρός και την απελευθέρωσή της από την μηδενιστική ακινητοποίηση της.

Αυτή όμως η προσδοκία μιας νέας εκκίνησης ακυρώνεται εκ των προτέρων.

Και αυτό γιατί κατ αρχήν η χώρα διέρχεται μια από τις πλέον δύσκολες στιγμές της νεώτερης ιστορίας της και τα κόμματα που θα διεκδικήσουν αύριο την ψήφο του λαού, θέτουν ως κύριο και μοναδικό θα έλεγα κριτήριο της πολιτικής τους, όχι την σωτηρία της, αλλά την διαμόρφωση των καλύτερων δυνατών όρων για νίκη στις εκλογές.

Και όπως είναι αυτονόητο κάτω από τις συνθήκες που υπάρχουν και τις απαιτήσεις των καιρών, ο στόχος αυτός αναιρεί απόλυτα την πολιτική και την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης.

Και ο εθνικός στόχος, της σωτηρίας της χώρας, αποδυναμώνεται, απονευρώνεται και κινδυνεύει να μην επιτευχθεί.

Όλη αυτή η αδιανόητη κατά τα άλλα κατάσταση, έχει την απάντηση της στην βαθύτατη κρίση του πολιτικού συστήματος, που όπως καθημερινά αποδεικνύει, τίποτε δεν διδάχθηκε από την περιπέτεια στην οποία οδήγησε την χώρα, και τίποτε δεν φαίνεται να την εμποδίζει να συνεχίζει ακόμη και τώρα την ίδια πολιτική.

Την πολιτική της αυτοσυντήρησης της.

Λογικά συνεπώς μπορεί να αναρωτηθεί κανείς τι είδους διέξοδο μπορεί να προσφέρει μια εκλογική διαδικασία, κορυφαία φυσικά έκφραση της δημοκρατίας, αλλά στην προκειμένη περίπτωση ακυρωμένη εκ των προτέρων.

Οι ίδιοι ακριβώς πολιτικοί, που διαχειρίστηκαν τα τελευταία δέκα χρόνια την τύχη της χώρας, και την οδήγησαν εδώ που σήμερα βρίσκεται, οι ίδιοι ακριβώς πολιτικοί μας ζητούν να τους αναθέσουμε την ευθύνη να βγάλουν την χώρα από τον γκρεμό στον οποίο την οδήγησαν.

Το χειρότερο όλων δε είναι πως στην τρέχουσα συγκυρία, και καθώς το πολιτικό σύστημα έχει αυστηρά οριοθετηθεί, καμιά νέα παρουσία, κανένα νέο αλλά αξιόπιστο κίνημα πολιτών, καμιά τέλος πάντων κοινά αποδεκτή προσωπικότητα δεν εμφανίζονται στον οριοθετημένο πολιτικό ορίζοντα, ώστε να προσφέρουν στην ελληνική κοινωνία την δυνατότητα αποδέσμευσης της και επιλογής μιας νέας πολιτικής πραγματικότητας.

Και η ελληνική κοινωνία εθισμένη σε δεκαετίες πολιτικής λαϊκισμού, συναλλαγής, υποσχέσεων και δεσμεύσεων, πολύ φοβούμαι ότι μπροστά στις εκλογές και στα αδιέξοδα θα ξαναγυρίσει στην «σίγουρη αγκαλιά» του δικομματισμού, αναδεικνύοντας ότι το σύστημα αυτό είναι βαθιά ριζωμένο και πως θα επιβιώσει ακόμη και από αυτήν την πρωτοφανή κρίση πολιτικής και απαξίωσης της πολιτικής τάξης.

Και δίπλα στα δύο «μεγάλα» κόμματα και τα μικρά με την δική τους πολιτική.

Εισπράττουν χωρίς ιδιαίτερο κόπο, ψαρεύοντας στην μεγάλη δεξαμενή των οργισμένων και απελπισμένων χιλιάδων άνεργων και στα όρια της φτώχειας, κυρίως παλαιών ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ. Και αυτό αναδεικνύεται σε βασικό και αποκλειστικό στόχο της πολιτικής τους.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν μέσα από την εκλογική διαδικασία, θα καταφέρει η ελληνική κοινωνία, να ανανεώσει τουλάχιστον την σύνθεση της Βουλής και να στείλει στα σπίτια τους όλους εκείνους που εκφράζουν την σημερινή παρακμή του πολιτικού συστήματος.

Υ.Γ.

Η σημερινή απόφαση του Πολιτικού Συμβουλίου, να αναδειχθεί η νέα ηγεσία του ΠΑΣΟΚ τον Μάρτιο, αφού θα έχουν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες για το PSI και την νέα δανειακή σύμβαση, οδηγεί τον Β. Βενιζέλο σε τρομερά μειονεκτική θέση απέναντι στους συνυποψήφιους του.

Οι δύο άλλοι υποψήφιοι, Μ. Χρυσοχοϊδης και Α. Λοβέρδος έχουν ήδη επιλέξει την τακτική τους.

Ο πρώτος με την brutal λαϊκιστική πολιτική του ξεκίνησε ήδη την επίθεση κατά Παπανδρέου και την αποστασιοποίηση του από την πολιτική του κόμματος του των δύο χρόνων, μιας πολιτικής της οποίας υπήρξε θερμός υποστηρικτής και βασικό στέλεχος.

Ο δεύτερος με τον πιο SOFT και ελιτίστικο λαϊκισμό του, που στιγμές στιγμές θυμίζει τους πρώτους διδάξαντες , στο πόστο του υπουργού Υγείας, τους Αβραμόπουλο και Κακλαμάνη, δεν έχει τίποτε να φοβηθεί τους τρείς προσεχείς μήνες, παίζοντας με τα Φαρμακεία, το φάρμακο, τα Νοσοκομεία, με τον πόνο δηλαδή του κόσμου, ανώδυνα και χωρίς κόστος για τον ίδιο.

Μένει ο υπουργός Οικονομικών, που από την μια πρέπει να διαχειριστεί και να φέρει σε πέρας τους δύο δύσκολους εθνικούς στόχους, την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για το PSI, το κούρεμα δηλαδή του ελληνικού χρέους και την ολοκλήρωση της νέας σύμβασης με τους εταίρους στην Ε.Ε. και το ΔΝΤ, εξασφαλίζοντας το αύριο της χώρας μέσα στην Ευρωζώνη, χωρίς όμως να ασχολείται, ούτε να μιλά για τα εσωτερικά του κόμματος του και πολύ περισσότερο να «εμπλακεί» δημόσια στην μάχη για την αρχηγία.

Γιατί το τι λέει και κάνει ο υπουργός των Οικονομικών, παρακολουθείται και ελέγχεται ανά πάσα στιγμή, από τους δανειστές, τις αγορές, τους εταίρους και τα διεθνή ΜΜΕ και επηρεάζει άμεσα την διεθνή θέση της χώρας.

Και είτε θα αναγκαστεί να αποχωρήσει από την κυβέρνηση, είτε θα θέσει σε κίνδυνο την ίδια την κυρίαρχη πολιτική αυτής της κυβέρνησης.

Αύριο συνεπώς, θα έχει εκ των πραγμάτων όλους τους συνυποψηφίους απέναντί του και φυσικά τον Γ. Παπανδρέου , που δεν έχει εγκαταλείψει την ιδέα ανάδειξής του στο μέλλον, ως του «παράκλητου πρίγκιπα», ύστερα από την οδυνηρή και ταπεινωτική ήττα, που αναμένει τον επόμενο αρχηγό του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του Απριλίου.

Τρίτη, Δεκέμβριος 13, 2011

Τρίτη, Δεκέμβριος 13, 2011


Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Στα χρόνια της Κρίσης και των Μνημονίων.

Αβεβαιότητες, Αδιέξοδα και Νέες Πραγματικότητες.

Ένα τελευταίο σχόλιο μου απομένει να κάνω για την πολιτική ελίτ, επικεντρωμένο στα πρόσωπα των προέδρων των δύο κομμάτων «εξουσίας», κλείνοντας αυτόν τον κύκλο των «Σημειωμάτων», που μονοπώλησε όλη αυτήν μακρά δραματική περίοδο.

Θα το κάνω όμως αμέσως μετά από ένα σχόλιο που από καιρό ήθελα να καταγράψω, αλλά η η πραγματικότητα πίεζε αφόρητα.

Το σχόλιο μου έχει να κάνει με την πολιτιστική και καλλιτεχνική ζωή στην πόλη και πήρε επιτακτική προτεραιότητα μετά την δραματική ανακοίνωση της Πειραματικής Σκηνής της Τέχνης περί αναστολής της λειτουργίας της.

Κορυφαία έκφραση των επιπτώσεων που είχε μέχρι τώρα η οικονομική κρίση στην πιο ευαίσθητη πτυχή της κοινωνικής ζωής της χώρας και ιδιαίτερα της Θεσσαλονίκης, αυτής δηλαδή του πολιτισμού.

Συνηθίζουμε να επιμένουμε τουλάχιστον εδώ στην Ελλάδα σε δύο αντιφατικές διαπιστώσεις.

Η μία πως ο πολιτισμός , η τέχνη, είναι το πιο ουσιαστικό καταφύγιο σε στιγμές κρίσης, και συχνά το πιο «παραγωγικό» ,καθώς η ευαισθησία των ανθρώπων που τον υπηρετούν, είτε ως δημιουργοί, είτε ως «διευθύνοντα» ή και «επαγγελματικά» στελέχη, δέχονται τα μηνύματα της κοινωνίας και ανταποκρίνονται σ αυτά με το τρόπο που ο καθένας αντιλαμβάνεται την γύρω πραγματικότητα, ή πιστεύει ότι μπορεί να αναδείξει, ή να συμβάλλει στην κατανόηση κρίσιμων πλευρών της σκληρής ανατροπής που επιβάλλει στην καθημερινότητα των ανθρώπων.

Και από την άλλη αποδεχόμαστε ως αυτονόητο, τουλάχιστον στην χώρα αυτή, ότι το πρώτο θύμα της οποιασδήποτε οικονομικής κρίσης ή πολιτικής λιτότητας, είναι ο πολιτισμός.

Δεν πρόκειται να σταθώ στην ανάλυση των δύο αυτών «αρχών».

Αλλά στην ίδια την πραγματικότητα των ημερών στην πολιτιστική ζωή της πόλης.

Τι μπορεί λοιπόν να παρατηρήσει κανείς από μια πρώτη προσέγγιση;

Οι κρατικοί φορείς πολιτισμού και ιδιαίτερα οι αρχαιολογικές υπηρεσίες και τα μεγάλα Μουσεία, πιέστηκαν τόσο από τις περικοπές, όσο και από την πολιτική λιτότητας και τον περίφημο «περιορισμό του κράτους», σε βαθμό όμως που δεν αποδιαρθρώνονται, ούτε διακόπτουν την λειτουργία τους.

Έδειξαν προσαρμοστικότητα, είχαν άλλωστε και το πρώτο ενδιαφέρον του υπουργείου Πολιτισμού, είχαν την σταθερή μέσω του προϋπολογισμού του κράτους επιχορήγηση, μειωμένη αλλά υπαρκτή και έγκαιρα καταβαλλόμενη . Είχαν με λίγα λόγια την δυνατότητα, τα περιθώρια μάλλον, να επανασχεδιάσουν την τακτική και την λειτουργία τους.

Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να ισχυριστεί πως η χειρότερη των συνεπειών της πολιτικής αυτής δεν ήταν ο περιορισμός των κονδυλίων, αλλά ο εξαναγκασμός σε αποχώρηση, ή πρόωρη σύνταξη εξαιρετικών, έμπειρων και με λαμπρό έργο στελεχών τους.

Στις επιπτώσεις των μειώσεων των επιχορηγήσεων ιδιαίτερα σημαντική στάθηκε η συμβολή των Ευρωπαϊκών προγραμμάτων που επέτρεψε την υλοποίηση των μεγάλων σχεδίων και προγραμμάτων τους, ακόμη και εκείνων με διεθνή διάσταση και άρα απήχηση.

Αυτά τι ίδια Ευρωπαϊκά κονδύλια κράτησαν στην ζωή και τις μεγάλες καλλιτεχνικές και πολιτιστικές δράσεις της πόλης με θεσμικό χαρακτήρα, όπως το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, την Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης, την Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, την Photobienale, το Φεστιβάλ της Μονής Λαζαριστών,, το «Πεδίο Δράσης Κοδρα» κ. ά.

Στα προγράμματα αυτά πρέπει να προστεθούν και εκείνα του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού για την ενίσχυση των δράσεων «Θεσσαλονίκη-Σταυροδρόμιι Πολιτισμών» και η 15η Μπιενάλε Νέων καλλιτεχνών της Μεσογείου και οι ενισχύσεις του ΟΠΑΠ .

Με τους τρόπους αυτούς ξεπεράστηκαν προβλήματα επιβίωσης φορέων και κυρίως των μεγάλων καλλιτεχνικών και πολιτιστικών θεσμών της πόλης, ή τουλάχιστον δεν αλλοίωσαν κατά τρόπο οδυνηρό τον προγραμματισμό τους.

Και έτσι η πόλη είχε να επιδείξει θεσμικές εκδηλώσεις υψηλής ποιότητας, εξασφαλίζοντας την συνέχεια τουλάχιστον στον χώρο αυτόν.

Και αυτό νομίζω πως είναι το κυρίαρχο αιτούμενο των ημερών.

Να διασωθούν οι θεσμοί και να συνεχίσουν οι άνθρωποι που τους υπηρετούν να υπάρχουν.

Ακόμη και όταν αναγκαστικά περιορίζονται ποσοτικά και χρονικά.

Παράλληλα και ίσως εξ αιτίας της κρίσης, ένα άλλο φαινόμενο έχει πάρει διαστάσεις και εμπεριέχει τον σπόρο της ανανέωσης και πολλές ελπίδες για το αύριο.

Πρόκειται για την κινητικότητα των νεανικών ομάδων, ή των δράσεων όπως εκείνη του Γ.Τούλα, η «Θεσσαλονίκη αλλιώς», οι αντίστοιχες πρωτοβουλίες πολλές , κυρίως νεανικές του Δήμου Θεσσαλονίκης, η νέα προσέγγιση στον θεσμό των ΔΗΜΗΤΡΙΩΝ με τα θετικά και αρνητικά σημεία του, αλλά πάντως σε μια πορεία ανανέωσης και ξεπεράσματος μιας λογικής ισορροπιών και κατανομών.

Ο εθελοντισμός που εμφανίστηκε δυναμικά στην πόλη, ως μαζική έκφραση εμπνεόμενη από την παρουσία του Γιάννη Μπουτάρη στο Δημαρχείο της Θεσσαλονίκης, ενός αυθεντικού, ανατρεπτικού και αντισυμβατικού Δημάρχου, εκτός από την κοινωνική του διάσταση έχει και πολιτιστική, και διαμορφώνει ένα κλίμα , ένα περιβάλλον, μια κινητικότητα , που γεννούν πολλές ελπίδες ανανέωσης της πολιτιστικής ζωής της πόλης.

Οι παρέες, που αποφάσισαν να ασχοληθούν με το θέατρο, ή την μουσική, την τέχνη γενικότερα, οι κινήσεις αλληλεγγύης, οι οργανώσεις στις γειτονιές, αυθεντικές, ανεπηρέαστες από πολιτικές και προσωπικές επιδιώξεις, σηματοδοτούν μια κοινωνία σε κίνηση, σε αναζήτηση, σε μια διαφορετική συμβίωση.

Δημιουργούν γύρω τους ένα νέο κοινό, που τους ακολουθεί, τους παρακολουθεί και διαμορφώνει τους όρους υποστήριξης και συνέχειας.

Όλα αυτά ασφαλώς και θα ανθίσουν, θα πολλαπλασιαστούν και θα αναδείξουν την επιρροή που θα ασκήσουν στην μελλοντική εξέλιξη των πολιτιστικών πραγμάτων στην πόλη, το 2014, όταν η Θεσσαλονίκη θα είναι Ευρωπαϊκή Πρωτεύουσα Νέων.

Όχι πως έλειψαν οι αστοχίες, οι ελλείψεις, οι εμμονές, οι ιδεοληψίες, συχνά επικίνδυνες, οι λανθασμένες επιλογές προσώπων και χώρων, ενώ αντίθετα παρουσιάστηκαν και κάτω από τις νέες συνθήκες τα παλαιά προβλήματα που ταλαιπώρησαν την πόλη και τον πολιτισμό.

Αλλά δεν κυριάρχησαν αυτά.

Τα βήματα , συχνά τολμηρά, με μια νεανική φρεσκάδα, αναδεικνύουν την ορμητική είσοδο στο προσκήνιο νέων δυνάμεων και αντιλήψεων καλλιτεχνικής έκφρασης, από τα οποία δεν λείπουν φυσικά και ψευδεπίγραφες νεωτερικότητες, προσωπικές φιλοδοξίες και εμμονές, υπερβολές στην αναζήτηση και έκφραση του σύγχρονου, ή του μοντέρνου.

Το βέβαιο πάντως είναι πως μια νέα πραγματικότητα διαμορφώνεται , η οποία θα αναδείξει τα νέα δεδομένα στο πολιτιστικό πεδίο της πόλης.

Διαμορφώθηκε και μια νέα αφανής στο κοινό, κατάσταση γύρω από τις τιμές και τις αμοιβές της «αγοράς « του πολιτισμού, εξισορροπώντας και επιβάλλοντας νέα ρεαλιστικά και αντικειμενικά όρια.

Αλλά η κρίση , είχε και τις αναμενόμενες συνέπειες και τα θύματα της.

Φορείς, οργανισμοί, θεσμοί καταξιωμένοι με μακρά και δημιουργική παρουσία στην πόλη, οδηγήθηκαν στο αδιέξοδο, στην μιζέρια της καθημερινής επιβίωσης, στον περιορισμό των δράσεων, στην αναγκαστική προσαρμογή, μέσα στα νέα στενά περιθώρια που διαμορφώθηκαν.

‘Όσοι αναζήτησαν προστασία στο τελευταίο καταφύγιο, αυτό του Δήμου, συνάντησαν κατανόηση, αλλά αντικειμενική αδυναμία υποκατάστασης του παλαιού ρόλου του κράτους.

Εν τούτοις ο Δήμος παραμένει η τελευταία ελπίδα για την εξασφάλιση της επιβίωσης , και της διάσωσης των θεσμών, που έχουν ταυτιστεί με το πολιτιστικό και καλλιτεχνικό πρόσωπο και την ιστορία της Θεσσαλονίκης.

Με συνδυασμούς δράσεων, την συνεργασία, την διάθεση των μέσων που έχει στην διάθεση του, είτε ως υποδομές, είτε ως επικοινωνιακή υποστήριξη.

Όλοι αντιλαμβάνονται ότι μέσα στην πρωτοφανή αυτήν φουρτούνα, η κυρίαρχη πολιτική που πρέπει να διαμορφωθεί έχει δύο ρεαλιστικούς στόχους. Την αναγκαία και ευφυή προσαρμογή και την επιβίωση.

Στους δύο αυτούς στόχους, νομίζω ότι πρέπει να επικεντρωθεί η προσοχή και η πολιτική του Δήμου.

Η πόλη πρέπει πάσει θυσία να διαφυλάξει το «πολιτιστικό κεκτημένο» της, είτε αυτό αφορά σε υποδομές, είτε σε θεσμούς είτε σε πρόσωπα.

Να περιορίσει στο ελάχιστο τις «απώλειες» μιας οδυνηρής επιδρομής, μιας αδιανόητης ανατροπής .

Αυτό προϋποθέτει βέβαια σχέδιο, στρατηγική, πόρους, συνέργεια, προσαρμοστικότητα, αλληλεγγύη, και αυτά μπορεί μόνο ο Δήμος να τα εξασφαλίσει.

Η Εκατονταετία πλησιάζει ολοταχώς και το οποιοδήποτε Πρόγραμμα εκδηλώσεων, ή άλλων πρωτοβουλιών, δεν πρόκειται φυσικά να αποτελέσει εξαίρεση στον κανόνα της άμετρης κριτικής, που συνόδευσε μέχρι σήμερα όλες σχεδόν τις επετειακές εκδηλώσεις της πόλης.

Από το σχέδιο που γνωστοποιήθηκε, ως πλαίσιο και κατευθύνσεις και ως δύο τρία μεγάλα κυρίως συνέδρια, λείπει αυτή η διάσταση.

Απουσιάζει η αγωνία για το σήμερα και το αύριο του Πολιτισμού στην πόλη, μια ανοικτή τολμηρή αλλά ταυτόχρονα παραγωγική συζήτηση, με σαφείς στόχους και κατευθύνσεις.

Μια συζήτηση επείγουσα και απόλυτα αναγκαία, όχι μόνο γιατί μας προέκυψε η κρίση, αλλά και γιατί είναι η ώρα να αναλογιστεί η πόλη την διαδρομή αυτών των 100 χρόνων, να δει με τόλμη και όσο καθαρά γίνεται την σημερινή πραγματικότητα της και να διαμορφώσει ένα σχέδιο για το αύριο, με προτεραιότητες, με κατευθύνσεις, με πολιτικές που να εκφράζουν την εποχή, το παρόν και το μέλλον της πόλης.

Δευτέρα, Νοέμβριος 14, 2011

Δευτέρα, Νοέμβριος 14, 2011


ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ

ΤΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ.

Μια στοιχειώδης καταγραφή, έστω και επιδερμική, των όσων συνέβησαν το τελευταίο 10ήμερο, οδηγεί χωρίς αμφιβολία, ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο πολιτικό και όπως μπορεί κανείς να διακρίνει και κοινωνικό περιβάλλον.

Είναι απίστευτη αυτή η πρωτοφανής συμπίεση του πολιτικού χρόνου που ζήσαμε σ αυτές τις ελάχιστες τελευταίες 10 περίπου ημέρες.

Το Δημοψήφισμα κατ αρχήν, και οι συνέπειες του στο εσωτερικό και το εξωτερικό.

Η παραίτηση του Γ. Παπανδρέου και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό συνέβη.

Η απόφαση του Α. Σαμαρά να προχωρήσει σε μια κυβέρνηση συνεργασίας.

Η εξευτελιστική και αδιανόητη διαδικασία εξεύρεσης του νέου κοινής αποδοχής πρωθυπουργού.

Η τελική συμφωνία, η επιλογή και η ορκωμοσία της κυβέρνησης του Λουκά Παπαδήμου.

Κάθε ένα από τα γεγονότα αυτά θα μπορούσαν να διεκδικήσουν πολιτικό χρόνο μηνών, κυρίως λόγω των συνεπειών που είχαν, των ανατροπών που προκάλεσαν, της νέας πραγματικότητας που δημιούργησαν.

Δεν προλαβαίνει κανείς να αναλύσει στοιχειωδώς , να ερμηνεύσει να αξιολογήσει, και φυσικά να μετρήσει τις συνέπειες του καθενός από αυτά, όταν επέρχεται το επόμενο, με τις δικές του απαιτήσεις και επιπτώσεις.

Η συνολική εικόνα εξελίχθηκε σε ένα απίστευτο κουβάρι πολιτικών, κομματικών, διεθνών και προσωπικών επιδιώξεων, αλλά και ανατροπών, το ξεδιάλυμα του οποίου αποκλείεται να συμβεί στον παρόντα χρόνο, ή τουλάχιστον στον χρόνο αυτής της κυβέρνησης, μια και την συνοδεύσει μια προσχηματική ημερομηνία λήξεως, που χρησιμοποιείται για να κρατήσουν κάποιοι τα προσχήματα. Κάτι σαν φύλλο συκής.

Μπορεί όμως να επιλέξει κάποιους από τους πρωταγωνιστές και να επιχειρήσει να καταγράψει την συμμετοχή τους, τις ευθύνες τους, τους σκοπούς που επεδίωκαν και σε ποιο βαθμό τους πέτυχαν, και τελικά την επόμενη ημέρα της χώρας και όλων μας, μιας και εκ των πραγμάτων αυτοί την επηρεάζουν και την διαμορφώνουν.

Προλαβαίνω την αυτονόητη ένσταση ότι πλέον και την τύχη της χώρας και το αύριο της και κατ επέκταση το αύριο της ελληνικής κοινωνίας, το καθορίζουν οι Βρυξέλλες και οι «ηγετικές δυνάμεις» της Ε.Ε.

Μας αφήνουν όμως το περιθώριο της αποτυχίας και της δυσμενέστερης επιλογής, μιας και τα της «σωτηρίας» έχουν οριστικοποιηθεί για το προσεχές τρίμηνο τουλάχιστον….

Και φυσικά προηγείται σ αυτήν την καταγραφή, ο τραγικός ήρωας των ημερών ο Γ .Παπανδρέου.

Δεν είναι συνηθισμένο πολιτικό φαινόμενο στην χώρα, η παραίτηση ενός πρωθυπουργού, στο μέσον της θητείας του. Το μοναδικό προηγούμενο είναι η κατάρρευση της κυβέρνησης της Ν.Δ. του Κ. Μητσοτάκη, με πρωτοβουλία του Αντ. Σαμαρά.

Αλλά η περίπτωση του Γ. Παπανδρέου δεν μπορεί να συσχετισθεί με κανένα τρόπο με την ιστορία και την κυβέρνηση εκείνη.

Ο Γ. Παπανδρέου ανέλαβε την διακυβέρνηση, με προσδοκίες για αλλαγές, ως ώριμο αίτημα μιας κοινωνίας που βρισκόταν σε αδιέξοδο.

Και πριν προλάβει να ξεδιπλώσει και να υλοποιήσει τις ιδέες και τις επιλογές του, σκόνταψε πάνω στο τείχος της κρίσης και αναγκάστηκε να αλλάξει πλήρως και τους στόχους και την στρατηγική του.

Σκόνταψαν, ή δεν ξεκίνησαν καν οι ιδέες του για μια άλλη κοινωνία ανοχής, για τα δικαιώματα των μειονοτήτων, την ανάπτυξη της οικολογικής συνείδησης, γενικά με ό,τι είχε να κάνει με την νοοτροπία που εγκαταστάθηκε στην ελληνική κοινωνία από δεκαετίες πελατειακής οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους.

Το στοιχειώδες, η απαγόρευση του καπνίσματος πνίγηκε μέσα στους καπνούς των σκοπιμοτήτων, της πίεσης των συμφερόντων και μας έφερε πίσω και από την Τουρκία…

Από την διετία των σκληρών και άδικων μέτρων που έλαβε κάτω από την πίεση και τις απειλές της Ευρώπης, και που ανέτρεψαν και εξαφάνισαν ακόμη και τους στοιχειώδεις όρους της επιβίωσης χιλιάδων ανθρώπων, έχει να επιδείξει μόνο την καθιέρωση του Μηχανισμού στήριξης, χάρις στον οποίο η χώρα απέφυγε την χρεωκοπία.

Αλλά το αντίτιμο καταβλήθηκε από την ελληνική κοινωνία και ήταν αντίτιμο θυσιών και πόνου.

Πέτυχε στην αρχή και την αποκατάσταση της αξιοπιστίας και της σοβαρότητας της χώρας, που είχε πληγεί από την πολιτική, και την συμπεριφορά της κυβέρνησης της Ν.Δ. για να την απολέσει στην συνέχεια σταδιακά από την αναποτελεσματικότητα, την αναβλητικότητα, την αμφιθυμία, την αδυναμία να αλλάξει το κράτος, ή τουλάχιστον να το κάνει να λειτουργήσει στοιχειωδώς.

Ανέδειξε έτσι την πλευρά εκείνη του χαρακτήρα του, το έλλειμμα αποτελεσματικότητας, συντονισμού, ηγεσίας τελικά.

Και μέσα σ αυτό το κλίμα και τις ισχυρές αμφιβολίες των εταίρων μας όχι μόνο για την δυνατότητα της χώρας να εφαρμόσει τα όσα συμφωνεί, αλλά και για την βούληση της να προχωρήσει, ήρθε η καταστροφική ιδέα του Δημοψηφίσματος, για να προκαλέσει πανικό στην Ευρώπη και ερωτηματικά για την δυνατότητα του ανθρώπου να εκτιμά τις συνέπειες των «πολιτικών πρωτοβουλιών» που απαιτούσε η κουρασμένη και απογοητευμένη κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ.

Η πολιτική κατάρρευση του ολοκληρώθηκε με την αδιανόητη μάχη για την ψήφο εμπιστοσύνης σε μια κυβέρνηση της οποίας ο πρωθυπουργός δεσμευόταν ότι θα παραιτηθεί εάν την λάβει, ως συνέπεια βέβαια μιας κίνησης που διαφορετικά ξεκίνησε και αλλού κατέληξε, αλλά και ένδειξη της βαθιάς πλέον ρήξης στο εσωτερικό της κυβέρνησης και του κόμματος.

Και από αυτήν την απίθανη πολιτικά διαδικασία γεννήθηκε η άλλη διαχείριση του ζητήματος της συμφωνίας για μια νέα «κυβέρνηση εθνικής συνεργασίας», όπου κυριάρχησαν οι χειρότερες πλευρές της πολιτικής του Γ.Παπανδρέου αυτές που συνδέονταν με τον τρόπο διαχείρισης της εξουσίας, τους «κύκλους εμπιστοσύνης» τους φίλους και του «κηπουρούς»,.

Όλες οι προτάσεις για το πρόσωπο του νέου πρωθυπουργού κοινής αποδοχής, που αναδεικνύονταν, για να αποσυρθούν εντός ωρών, δεν είχαν άλλο στόχο παρά τον έλεγχο της νέας κυβέρνησης από το Γ. Παπανδρέου και τον στενό προσωπικό του επιτελείο. Δηλαδή την εξασφάλιση των όρων της επιβίωσης του στην αρχηγία του ΠΑΣΟΚ, την διαμόρφωση των καλύτερων δυνατόν όρων για την επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση.

Και όλα αυτά να παρακολουθούνται από την ελληνική κοινωνία σε «real time», σε πολύωρες απ ευθείας μεταδόσεις, με σχολιασμούς κατεδαφιστικούς της αξιοπιστίας και αμφισβήτησης των προθέσεων του που εξευτέλιζαν τους θεσμούς και υποβάθμιζαν το εγχείρημα της σωτηρίας της χώρας.

Τώρα ο Γ. Παπανδρέου έχει να αντιμετωπίσει όλη αυτήν την εξέλιξη τόσο στο εξωτερικό, όσο και το εσωτερικό, εξέλιξη που πλήττει ανεπανόρθωτα την πολιτική και ηθική του υπόσταση.

Ο έτερος των πρωταγωνιστών των ημερών, ζει το δικό του δράμα, που δεν υπολείπεται πολιτικών συνεπειών.

Αναγκασμένος από την ισχυρή πίεση των ευρωπαίων ομοϊδεατών του κυρίως, να συναινέσει στην κυβέρνηση συνεργασίας, αναγκασμένος να αποδεχθεί τους όρους που έθεταν οι ευρωπαίοι, όροι που ανέτρεπαν εκ βάθρων την «αντιμνημονιακή πολιτική» που υπηρέτησε σταθερά τα δύο χρόνια, οδηγήθηκε στο εφεύρημα της «μεταβατικής κυβέρνησης» , στον προσδιορισμό ημερομηνίας εκλογών, και στην «νίκη» έναντι του Γ.Παπανδρέου, τον οποίο «οδήγησε σε παραίτηση».

Αποδείχθηκε με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο , πόσο εκτός πραγματικότητας ήταν η πολιτική που άσκησε τα δύο αυτά χρόνια, πόσο λίγο αξιολόγησε την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, πόσο υποβάθμισε την ένταση και τις συνέπειες της κρίσης, πόσο λανθασμένα και επικίνδυνα για την χώρα έθεσε ως στόχο του την πρωθυπουργία, ακόμη και πάνω στα ερείπια μιας χώρας που κατέρρεε.

Σε πόσο δύσκολη θέση βρέθηκε, το απέδειξε με την δήλωση του την ημέρα της ορκωμοσίας της νέας κυβέρνησης, στην οποία μετέχει με κορυφαία στελέχη του, όταν δεν βρήκε ούτε μία λέξη να πει για την επιτυχία του δύσκολου έως αμφίβολου εγχειρήματος της, που είναι επιτυχία της χώρας , αλλά επιχείρησε να «μπαλώσει» μια κατάσταση, που από μόνη της βοά την αποτυχία της πολιτικής του.

Είναι δε εντυπωσιακό το γεγονός, πως καθώς οι προσεχείς ημέρες θα οδηγούν την κυβέρνηση να παίρνει μέτρα, να ψηφίζει νόμους, να συμφωνεί και να ψηφίζει περιορισμούς και δεσμεύσεις της χώρας για τα πολλά προσεχή χρόνια, να αντιμετωπίζει εκ των πραγμάτων και των δεσμεύσεων θέματα θεσμικών αλλαγών, καθημερινότητας κλπ, τα οποία θα ψηφίζει η Ν.Δ. θα φαντάζουν όλο και περισσότερο, τα επιχειρήματα περί «μεταβατικής κυβέρνησης», της παραίτηση Παπανδρέου και ο δεσμευτικός χρόνος των εκλογών, ως «πουκάμισο αδειανό» και θα τον εκθέτουν.

Το δε χειρότερο όλων, θα υποχρεωθεί να πιει το πικρό ποτήρι της δεσμευτικής υπογραφής για την πιστή τήρηση όλων των δεσμεύσεων της χώρας, ακόμη και αν το περιτύλιγμα επιχρυσωθεί.

Αλλά το πρόσωπο της ημέρας δεν είναι άλλο από τον Λουκά Παπαδήμο.

Έχουν γραφεί σχεδόν τα πάντα για την προσωπικότητα, την συγκρότηση και τις εμπειρίες του, την αποδοχή του στην Ευρώπη και Αμερική, την δυνατότητα του να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των εταίρων και το κύρος της χώρας.

Το κρίσιμο στοίχημα, όμως, το δικό του και της χώρας, βρίσκεται αλλού.

Βρίσκεται σ αυτήν την κυβέρνηση-μεραρχία, που οι επιδιώξεις των τριών «εταίρων» του επέβαλαν και η οποία καλείται αυτή να βγάλει την χώρα στην όχθη.

Βρίσκεται στην σύνθεση της, και στις επιδιώξεις όχι μόνο των κομμάτων που συμμετέχουν , αλλά και στις επιδιώξεις των υπουργών και υφυπουργών, οι οποίοι έχουν το βλέμμα στραμμένο στις εκλογές.

Και αρκετοί από αυτούς και στο κομματικό αύριο του ΠΑΣΟΚ.

Θα καταφέρει να ελέγξει όλο αυτό το ανομοιογενές πολιτικά και ιδεολογικά σώμα;

Θα καταφέρει να τους ενοποιήσει και να τους οδηγήσει στις προτεραιότητες αυτής της κυβέρνησης;

Και μόνο η απλή αναφορά στα κεντρικά θέματα που καλείται να διαχειριστεί, θα αρκούσε για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος τις δυσκολίες του έργου.

Και τελικά να πετύχει αποτελέσματα στην πολιτική που θα εφαρμοστεί, γιατί αυτό είναι το ζητούμενο και μόνο χάρις σ αυτό μπορεί η χώρα να ελπίζει πραγματικά ότι η αλλαγή που επήλθε στην πολιτική κατάσταση θα καταφέρει να απομακρύνει την χώρα από τους κινδύνους της χρεωκοπίας και της αναγκαστικής απομάκρυνσης της από την Ευρωζώνη.

Του ζητούμε κάτι περισσότερο από τους 12 άθλους του Ηρακλή…

Υ.Γ.

Στο βάθος προβάλλει και μία τέταρτη πολιτική παρουσία, αυτή του Αντιπροέδρου της κυβέρνησης και υπουργού Οικονομικών Βαγγέλη Βενιζέλου, με την πολύπλευρη συμμετοχή του σχεδόν στο σύνολο των μοναδικών πολιτικών γεγονότων και εξελίξεων, αυτού του αξέχαστου δεκαήμερου.

Αλλά αυτή συνεχίζει να αξιολογείται και θα αναδειχθεί στις ημέρες που έρχονται καθώς ο ρόλος του θα γίνεται όλο και περισσότερο κεντρικός και αποφασιστικός στην επιτυχία του εγχειρήματος.

Τετάρτη, Νοέμβριος 09, 2011

Τετάρτη, Νοέμβριος 09, 2011



ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ…
ΦΟΒΟΥΜΑΙ ΠΩΣ ΚΑΤΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ

Η πολιτική τάξη της χώρας, αλλά και άλλες ισχυρής επιρροής ομάδες, έχουν φτάσει πλέον στα έσχατα της απαξίωσης.

Και το χειρότερο είναι ότι δείχνουν με την καθημερινή πρακτική τους, ότι έχουν χάσει κάθε δυνατότητα επικοινωνίας με το δημόσιο αίσθημα, το οποίο με κυνικό τρόπο προσβάλλουν, αδιαφορώντας αν ταυτόχρονα επιδεινώνουν επικίνδυνα την θέση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση πλέον, αν με την συμπεριφορά τους χειροτερεύουν την πρωτοφανή ρευστότητα στην Ευρωζώνη, εξ αιτίας των προβλημάτων της Ιταλίας και της Γαλλίας οσονούπω.

Θα εξελιχθούμε φοβάμαι στο λιθαράκι, που κύλησε και έφερε την καταστροφή.

Αυτό το ανεύθυνο και θλιβερό σήριαλ εξεύρεσης του πρωθυπουργού της κυβέρνησης Εθνικής Σωτηρίας, που ξεκίνησε από Παπαδήμο, κατέβηκε στον Ρουμελιώτη, έφτασε στον Σκουρή και από εκεί στον Κουκιάδη, με ενδιάμεσες μικρές στάσεις στους Πετσάλνικο και Κακλαμάνη, διατρέχει τα διεθνή και ελληνικά Μέσα Ενημέρωσης με ειρωνικά, καυστικά και καταγγελτικά σχόλια, περνά στην ταλαίπωρη ελληνική κοινωνία ως μια βαθύτατη προσβολή και αφήνει φυσικά νέα τραύματα στο σώμα του πολιτικού συστήματος.

Να δεχθούμε την έλλειψη κουλτούρας συνεννόησης και δη μεταξύ των μεγάλων κομμάτων ως μία από τις αιτίες, παρ όλο ότι η μυστικότητα την οποία πέτυχαν στις μεταξύ τους συνεχείς συζητήσεις οι δύο αρχηγοί, αναιρεί σε μεγάλο βαθμό το στοιχείο αυτό ως αιτία της απερίγραπτης αυτής ιστορίας.

Και ενώ πριν λίγες ημέρες συζητούσαμε και καταγγέλλαμε την στάση της Ν.Δ., ως συμπεριφορά και όρους, που αναιρούν στην πράξη την εθνική διάσταση την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα του εγχειρήματος.

Σήμερα τα πράγματα ανατράπηκαν.

Τα προβλήματα γίνεται φανερό ότι βρίσκονται στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, και αφορούν σκοπιμότητες του μέλλοντος, κομματικές και προσωπικές.

Ό,τι και να επιλέξουν πλέον τώρα, δεν πρόκειται να επουλώσει τις πληγές που άνοιξαν στο ταλαίπωρο σώμα της χώρας και φυσικά στην εικόνα και την αξιοπιστία της στο εξωτερικό.

Δευτέρα, Νοέμβριος 07, 2011

Δευτέρα, Νοέμβριος 07, 2011




ΚΑΤΙ ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΚΑΛΑ….


Κάτι δεν πάει καλά μ αυτήν την συμφωνία για κυβέρνηση «εθνικής ενότητας και εθνικής ευθύνης», όπως την απεκάλεσε ο Β. Βενιζέλος», μιλώντας στο Eurogroup, ή όπως αλλιώς θα καταλήξει να ονομάζεται.

Ο ένας μετά τον άλλο οι πρώτοι υποψήφιοιπρωθυπουργοί αρνούνται να αποδεχτούν την πρόταση, γιατί όπως φαίνεται δεν αποδέχονται τον ρόλο που τους επιφυλάσσουν τα δύο κόμματα.

Αυτό γεννά αμέσως αμφιβολίες και ερωτηματικά για την σοβαρότητα και την αξιοπιστία εκείνου που τελικά θα αποδεχθεί τους όρους και θα πει το ναι.

Από το πρωί η Ν.Δ. καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να αποδυναμώσει, να μειώσει την ουσία και την σημασία της συμφωνίας και το χειρότερο να περιορίσει ασφυκτικά το έργο της κυβέρνησης «εθνικής σωτηρίας».

Ο Αντώνης Σαμαράς συγκάλεσε σύσκεψη στην Συγγρού, με την συμμετοχή κατ αρχήν των «πέντε υπόπτων» βουλευτών, αλλά και εκείνων που εμφανίζονται στα Μέσα Ενημέρωσης και μιλούν στην Βουλή και προσδιόρισε την τακτική της Ν.Δ. απέναντι στο εγχείρημα.

Τα αποτελέσματα των οδηγιών του έγιναν φανερά από το πρωί.

Η Ν.Δ. αρνείται να συμμετάσχει με στελέχη της στην νέα κυβέρνηση. Επιμένει να την ονομάζει «μεταβατική», να υπερτονίζει τον ρόλο της για την προετοιμασία των εκλογών. Να εμμένει αυστηρά και σχεδόν παράλογα στην ορισθείσα ημερομηνία των εκλογών, παραβλέποντας πως οι δραματικές οικονομικές εξελίξεις στην Ευρώπη με επίκεντρο την Ιταλία και την Γαλλία, μπορούν να αλλάξουν τα δεδομένα και να μας υποχρεώσουν σε κάποια παράταση ολοκλήρωσης του έργου της κυβέρνησης.

Εμμένει σε μια πολιτική σκληρής καθημερινής κριτικής προς το «συνεταίρο» κυβερνών κόμμα και τον αρχηγό του. Δυναμιτίζοντας με την πολιτική της αυτή, από την επομένη της συμφωνίας και με κάθε τρόπο και ευκαιρία, ένα κάποιο τέλος πάντων κλίμα «συναίνεσης», ώστε να καταστεί πιστευτή στον κόσμο η κοινή προσπάθεια σωτηρίας της χώρας και άρα να διαμορφωθεί ένα αναγκαίο κλίμα καταλλαγής στην κοινωνία.

Καθώς οι ευρωπαίοι εταίροι σε όλα τα επίπεδα δείχνουν και αυτοί μια δυσπιστία στην ικανότητα του εγχειρήματος και τις προθέσεις των δύο «εταίρων της συμφωνίας», όλα αυτά τροφοδοτούν το κλίμα έλλειψης εμπιστοσύνης και οδηγούν στον εξευτελισμό των «γραπτών εγγυήσεων», που τώρα ζητούνται και όπως δείχνει το επικαλούμενο άλλωστε παράδειγμα της Ιρλανδίας και Πορτογαλίας, τελικά θα επιβληθούν. Και είναι να απορεί κανείς πως δεν μπορεί να αντιληφθεί ο Αντώνης Σαμαράς, ότι με την τακτική του,τελικά θα αναγκαστεί να πιει και αυτό το πικρό ποτήρι.

Αν συνεχιστεί ο λαϊκισμός του , το εγχείρημα αν δεν αναιρεθεί στην ουσία, θα σωριαστεί σε συντρίμμια.

Αυτήν την φορά όμως πάνω από τα συντρίμμια της χώρας.